Υπερευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και τα δικαιώματα του πολίτη. Τι λέει ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.
Σημερινή της Κυριακής
«SafePass/CovScan: Ποιος ελέγχει ποιον, οι κίνδυνοι αστυνομοκρατίας και το “Right To Be Offline”»
στήλη: «Άμυνας & Ασφάλειας Αφηγήματα»
27 Φεβρουαρίου 2022
Λάμπρος Γ. Καούλλας
Μετά τις τεράστιες αντιδράσεις σε όλον τον Δυτικό κόσμο, πολλές χώρες καταργούν τις διάφορες μορφές «υγειονομικών διαβατηρίων» τύπου «safepass», «green pass», «health pass» ή «vaccine passports». Ποια τα δικαιώματα του Κύπριου πολίτη να ελέγχει αυτόν που ελέγχει τα πιο ευαίσθητα και ευάλωτα προσωπικά δεδομένα του;
Τα ερωτήματα είναι κρίσιμα, νοουμένου ότι ο μέσος πολίτης καλείται συστηματικά, με βάση τα εν ισχύει Διατάγματα, στο διάστημα κάθε ημέρας, να επιδεικνύει σε μεγάλη συχνότητα υπερευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (πλήρες ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης, μέρος ιατρικού ιστορικού όπως εμβολιασμός/διαγνωστικός έλεγχος) και μαζί με αυτά προσωπικά έγγραφα όπως ταυτότητα ή διαβατήριο τα οποία περιέχουν επιπλέον στοιχεία, όπως τόπο γέννησης, ονόματα γονέων κ.λπ. Αυτή η συνεχής έκθεση προσωπικών δεδομένων αυξάνει τις πιθανότητες να τύχουν καταγραφής ή απομνημόνευσης από επιτήδειους (μέσω εφαρμογών malware στα κινητά που χρησιμοποιούνται ή από κάμερες ασφαλείας στις εισόδους και στα ταμεία υποστατικών ή κρυφές κάμερες), ή να υπάρξει διαρροή τους, με ό,τι κι αν δυνητικά σημαίνει αυτό (stalkers, πλαστογραφία, πλαστοπροσωπία, μεταπώληση προσωπικών δεδομένων, κατάχρηση από ιδιωτικούς ντετέκτιβ).
Η μεγάλη θύελλα κατά των μέτρων αυτών, που σε άλλες χώρες προκάλεσε μαζικότατες διαδηλώσεις, εντοπίζεται στο ότι οι πολίτες διαφωνούν ριζικά με την προοπτική να δημιουργηθεί μια νομικο-ψηφιακή υποδομή υγειονομικού ελέγχου, η οποία στο μέλλον μπορεί να τύχει κατάχρησης και για λόγους πέραν της δημόσιας υγείας, δικαιολογημένους με ομιχλώδεις αναλύσεις ρίσκου-οφέλους στη βάση σκιώδους πολιτικής απόφασης μέσα σε ένα κλίμα επικοινωνιακού πανικού και τρομοκρατίας.
Η εισαγωγή περιοριστικών μέτρων, μέσω υπουργικών Διαταγμάτων, για έλεγχο της μετακίνησης και της κυκλοφορίας και η διασύνδεση αυτών με μορφές ιατρικού ιστορικού, όπως διαγνώσεις rapid/PCR tests, εμβολιασμό και πιστοποιητικά νόσησης, είχε μια εξελικτική πορεία από τις αρχές της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020 μέχρι σήμερα. Από το χειρόγραφο έντυπο περάσαμε σε SMS, και έπειτα, διαδοχικά, σε Coronapass, SafePass και τέλος CovPass, μέσα από το ευρωπαϊκό EUDCC και τον ψηφιακό έλεγχο σάρωσης QR κώδικα από το CovScanCyprus.
Η εισαγωγή κωδικού QR για κάθε Κύπριο πολίτη, οι δυνητικές εξαιρέσεις για Τουρκοκύπριους, νόμιμα/μόνιμα μη-Κύπριους διαμένοντες και τουρίστες και η προοπτική να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο το οποίο μπορεί να τύχει αστυνομικής κατάχρησης στα χέρια μιας πολιτικής εξουσίας απασχολεί σήμερα τη στήλη μας.
Από το SMS στο «Έξυπνο CovPass»
Η νέα μετεξέλιξη αναμένεται να καταστήσει το CovPass ακόμα πιο «έξυπνο». Την ερχόμενη Πέμπτη, 03 Μαρτίου 2022, στο Υπουργικό Συμβούλιο τίθεται προς έγκριση εισήγηση για κατάργηση του SafePass σε χώρους πώλησης αγαθών πρώτης ανάγκης, όπως υπεραγορές, φούρνους και φαρμακεία. Ωστόσο, το SafePass δεν αναμένεται επί του παρόντος να καταργηθεί πλήρως.
Σύμφωνα με αναφορά της Γιώτας Κούμουρου στην τηλεόραση του «Σίγμα» (22/02/2022), στο τραπέζι των εισηγήσεων αναμένεται να διαχωριστούν οι χώροι σε τρεις κατηγορίες: α) Πράσινη (χαμηλής επικινδυνότητας): Υπεραγορές, φούρνοι, φαρμακεία (χωρίς Safepass)· β) Πορτοκαλί (μέσης επικινδυνότητας): Χώροι εστίασης, καφετερίες, ξενοδοχεία (τεστ 48 ωρών για ανεμβολίαστους)· γ) Κόκκινη κατηγορία (υψηλής επικινδυνότητας): Κέντρα διασκέδασης, μουσικοχορευτικά κέντρα, γάμοι, βαπτίσεις (τεστ ημέρας για όλους).
Μέχρι τη στιγμή συγγραφής του παρόντος, οι αρμόδιοι φαίνεται να μην έχουν αποφασίσει ακόμη σε ποια κατηγορία θα κατατάξουν τα γήπεδα, τα θέατρα και τους κινηματογράφους.
Τι λέει το Διάταγμα Αρ. 2 της 5ης Ιανουαρίου 2022
Το SafePass ήρθε στη ζωή μας στις 10/05/2021. Στις 08/11/2021 έγινε CovPass με βάση το EUDCC. Στις 29/11/2021 το CovScan εφαρμόζεται και σε άτομα ηλικίας 14 ετών και άνω. Στις 06/01/2022 επιβλήθηκε και επίδειξη ταυτότητας/διαβατηρίου μαζί με το SafePass, με βάση «το περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 2) του 2022» (Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, 05/01/2022), που αναφέρει στον Κανονισμό 83:
«Όλα τα πρόσωπα τα οποία εισέρχονται ή/και διακινούνται σε χώρους για τους οποίους απαιτείται η επίδειξη είτε αρνητικής εργαστηριακής εξέτασης (PCR) ή εξέτασης ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου για την ασθένεια του COVID-19 είτε πιστοποιητικού εμβολιασμού για την ασθένεια του COVID-19 είτε πιστοποιητικού ανάρρωσης από την ασθένεια του COVID-19 είτε ιατρικού πιστοποιητικού που εκδίδει το Υπουργείο Υγείας, οφείλουν να φέρουν μαζί τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο ή σε περίπτωση προσώπων ηλικίας κάτω των 12 ετών (που δεν κατέχουν δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο), πιστοποιητικό γεννήσεως, ως πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο και να το επιδεικνύουν στις αρμόδιες Αρχές και/ή στους ιδιοκτήτες ή/και διευθυντές ή/και διαχειριστές που έχουν υπό τον έλεγχό τους τον χώρο ή/και οργανισμό ή/και επιχείρηση ή/και υποστατικό ή/και στα εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα, δυνάμει του Κανονισμού 48».
Ο δε Κανονισμός 48 αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«(β) Ο ιδιοκτήτης ή/και διευθυντής ή/και διαχειριστής που έχει υπό τον έλεγχό του την επιχείρηση ή/και υποστατικό ή/και οποιοδήποτε άλλο χώρο όπου διεξάγεται οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με αγαθά ή υπηρεσίες, ο οποίος δυνάμει της παραγράφου (α) φέρει την ευθύνη για την τήρηση των Κανονισμών που προνοούνται στο παρόν Διάταγμα προβαίνει στους απαιτούμενους ελέγχους για την τήρηση των μέτρων του παρόντος Διατάγματος και των κατά περίπτωση υγειονομικών πρωτοκόλλων ή/και κατευθυντήριων οδηγιών που εκδίδονται από τις εκάστοτε αρμόδιες Αρχές και για τον σκοπό αυτό δύναται να αναθέσει εγγράφως τον έλεγχο σε εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο εργαζόμενο/λειτουργό του ή σε Ιδιωτικό Γραφείο Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας ή και Ιδιώτη Φύλακα, όπως προνοείται στην παράγραφο (γ)(xvi)…».
Πέραν των πιο πάνω, «για σκοπούς ελέγχου και επιτήρησης της εφαρμογής των μέτρων», και σε συνεργασία με την Αστυνομία Κύπρου, εξουσιοδοτούνται από την εκάστοτε Αρμόδια Αρχή λειτουργοί διαφόρων Υπουργείων και Υπηρεσιών, καθώς και αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα που έχουν επιλεγεί από το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου & Βιομηχανίας κατόπιν διαδικασίας προκήρυξης διαγωνισμού για αγορά υπηρεσιών.
Σημείο «7»: Ποιος ελέγχει αυτόν που ελέγχει;
Ένα ερώτημα που απασχολεί πολλούς πολίτες είναι το αν μπορούν οι ίδιοι να ελέγξουν αυτόν που ελέγχει τους ίδιους, αν δηλαδή είναι πράγματι αστυνομικός, κρατικός λειτουργός, εγκεκριμένος ιδιώτης φύλακας ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η απάντηση είναι σαφέστατα «ναι».
Σε ανακοίνωση του Γραφείου Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (12/07/2021) σε σχέση με τον έλεγχο SafePass όπως προνοείται στο Διάταγμα (Αρ. 28) της 8ης Ιουλίου 2021, αναφέρεται στο σημείο “7”: «Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος ότι το πρόσωπο που διενεργεί τον έλεγχο είναι εξουσιοδοτημένος υπάλληλος, Λειτουργός ή Αστυνομικός; Μπορώ να ζητήσω να μου επιδείξει την αστυνομική ή υπηρεσιακή του ταυτότητα ή την εξουσιοδότησή του».
Κληθείσα από τη «Σημερινή» να σχολιάσει το «Σημείο 7» της ανακοίνωσης του Γραφείου της, υπό το φως των νέων Διαταγμάτων που εισήγαγαν τον ψηφιακό έλεγχο CovPass, καθώς και τη χρήση ταυτότητας/διαβατηρίου, η Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων Ειρήνη Λοϊζίδου-Νικολαΐδου επιβεβαίωσε πως «βεβαίως» ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα.
Πέραν των αστυνομικών, που τους επιτρέπεται από τον νόμο έτσι κι αλλιώς, άλλα πρόσωπα οφείλουν να παρουσιάσουν, σε όποιον τους το ζητήσει, ένα έγγραφο, «υπογεγραμμένο από τον διευθυντή του κάθε υποστατικού». Όπως εξήγησε, «και δικαιούμαι, σε κάθε περίπτωση, να το ζητήσω για να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός που απαιτεί ο νόμος. Αυτός είναι ένας τρόπος για να γνωρίζω εγώ και να προστατευθώ».
Για το ίδιο θέμα, ο Εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Αστυνόμος Β’ Χρίστος Ανδρέου, ανέφερε: «Όπως είπε και η Επίτροπος, ο κάθε πολίτης μπορεί να βεβαιώνεται ότι αυτός που ασκεί τον έλεγχο είναι εκείνος που αρμοδίως έχει οριστεί από τον διευθυντή του υποστατικού, όπως αναφέρουν και τα διατάγματα. Όσον αφορά τη Δύναμη, οι αστυνομικοί που προχωρούν σε ελέγχους ακολουθούν τα Διατάγματα».
Ερωτηθείς για το ίδιο θέμα από τη «Σημερινή», ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Φρέντερικ, Δρ Χρίστος Κληρίδης, ανέφερε πως αν αυτός που ζητά να ασκήσει έλεγχο CovPass αρνηθεί να δείξει τα δικά του στοιχεία, τότε νομιμοποιείται και πολίτης να μην παρουσιάσει τα δικά του, διότι ο πρώτος «δεν επέδειξε τα απαραίτητα που να δικαιολογούν το καθεστώς του για να ζητά αυτά που ζητά».
Αμφισβητείται η νομιμότητα/συνταγματικότητα
Ο Χρ. Κληρίδης, υπογραμμίζοντας ότι εκφράζει προσωπικές θέσεις, αμφισβητεί πως το εκάστοτε Διάταγμα αποτελεί επαρκή νομιμοποίηση για να δίδεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε να ζητά και να επιθεωρεί προσωπικά δεδομένα: «Εδώ δύο είναι τα σημεία, τα οποία εγώ προσωπικά έχω αμφισβητήσει και αμφισβητώ. Το πρώτο είναι η νομιμότητα του Διατάγματος, επί τούτου. Δηλαδή ένας Υπουργός, με Διάταγμα, να παρέχει εξουσιοδότηση σε οποιονδήποτε, είτε είναι αστυνομικό όργανο είτε είναι δημόσιος υπάλληλος αρμόδιου υπουργείου, να ζητά και να εξασφαλίζει αυτά τα προσωπικά δεδομένα. Θεωρώ ότι τούτο θα έπρεπε να γίνει, εάν υπήρχε αυτή η πρόθεση, μόνο με νομοθεσία. Δηλαδή, ο νόμος στον οποίο στηρίζονται για την έκδοση των Διαταγμάτων δεν παρέχει νομίζω αυτήν την εξουσία στον Υπουργό. Θεωρώ ότι οι εξουσίες οι οποίες έχουν δοθεί με τα Διατάγματα, η προσωπική μου άποψη είναι ότι ξεφεύγουν του πλαισίου του Συντάγματος και είναι όχι μόνο παράνομες αλλά και αντισυνταγματικές».
Για το τελευταίο, έφερε ως παράδειγμα την Αστυνομία: «Οι εξουσίες της Αστυνομίας, π.χ. να ζητά ταυτότητα από τον πολίτη εμπεριέχονται στον Περί Αστυνομίας Νόμο ρητά για να διασφαλίζεται ακριβώς η νομιμότητα και η νομιμοποίηση των αστυνομικών οργάνων να ενεργούν με αυτόν τον τρόπο. Τα Διατάγματα δεν είναι νόμος της Βουλής των Αντιπροσώπων, πόσω μάλλον όταν θίγονται ατομικές ελευθερίες και μάλιστα ελευθερίες οι οποίες πιθανόν να προσκρούουν και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ με δεδομένο ότι η διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων απορρέει από σχετικούς νόμους, κανονισμούς, οδηγίες της ΕΕ όπως ενσωματώθηκαν στην κυπριακή νομοθεσία».
Ο Χρ. Κληρίδης πρόσθεσε: «Δυστυχώς δεν έχουν εγερθεί τα θέματα αυτά ακόμη ενώπιον αρμοδίων δικαστηρίων, διότι συνήθως οι πολίτες, καλή τη πίστει, όταν τους ζητηθούν τα προσωπικά τους δεδομένα στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τα δίδουν».
Σύμφωνα με τον Χρ. Κληρίδη, «δεν έχουμε κατάσταση έκτακτης ανάγκης» για να κυβερνάται ο τόπος με Διατάγματα του Υπουργικού Συμβουλίου και να περιορίζονται ατομικές ελευθερίες, ιδιαίτερα αν δεν μπορεί να αποδειχτεί ξεκάθαρα το υγειονομικό όφελος αυτών των μέτρων. Άποψή του είναι ότι από τη στιγμή που δεν έχει κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, θεωρεί πως η Βουλή θα έπρεπε να επέμβει. Σε σχέση με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο που αφορά στη ρύθμιση των επικίνδυνων μολυσματικών ασθενειών, με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού, ανέφερε ότι «γίνεται μια προσπάθεια, ακριβώς λόγω των κενών αυτών τα οποία υπάρχουν, να διευρυνθούν με νομοθετική ρύθμιση οι εξουσίες του Υπουργού».
Δυσμενείς διακρίσεις: Ανεμβολίαστοι, Τουρκοκύπριοι, μη-Κύπριοι
Εντοπίζονται επίσης ζητήματα διακρίσεων μεταξύ των πολιτών σε σχέση με το διαφορετικό καθεστώς ελέγχου SafePass, καθώς παρέχονται καθεστώτα εξαίρεσης ψηφιακού ελέγχου QR και EUDCC σε Τουρκοκύπριους, μη-Κύπριους μόνιμα/νόμιμα διαμένοντες και τουρίστες (βλ. «Σημερινή», 05/12/2021).
Επί τούτου, ο Χρ. Κληρίδης ανέφερε πως: «Αν το μέτρο εδώ είναι η προστασία και ο στόχος της Δημόσιας Υγείας, δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση μεταξύ των ατόμων διότι ενδεχομένως τα άτομα, ανεξαρτήτως υπηκοότητας, ανεξαρτήτως νομιμότητας παρουσίας τους στο έδαφος της Κύπρου, είναι εν δυνάμει φορείς του ιού που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη δημόσια υγεία. Άρα εφόσον ο στόχος είναι η δημόσια υγεία, δεν μπορεί να γίνονται αυτές οι διακρίσεις. Παρόμοιες διακρίσεις εγένοντο και σε σχέση με τουρίστες αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν υποχρεούνταν να προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά όπως ο Κύπριος πολίτης».
Παρόμοια υπερβολική και παράλογη απόφαση, που οδηγούσε σε δυσμενή διάκριση, ήταν και ο διαχωρισμός μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων, με την απαγόρευση στους τελευταίους από τον Δεκέμβριο του 2021 να εισέρχονται σε χώρους εστίασης, ή να εισέρχονται από τα τέλη Φεβρουάριου του 2022 με διαφορετικό καθεστώς. Αυτό (σύμφωνα και με κάποιες δημόσιες παραδοχές ειδικών στα ΜΜΕ…) συνιστούσε έμμεση υποχρέωση για εμβολιασμό, κάτι που απαγορεύεται ρητά από διεθνείς συμβάσεις που υπέγραψε και η Κύπρος, ψηφίσματα, αλλά και τις αρχές της βιοηθικής (βλ. «Σημερινή», 16/05/2021).
Right to be Offline & Δικαστική Μεταρρύθμιση
Τα τελευταία χρόνια -και πριν καν την εμφάνιση του κορωνοϊού- υπάρχουν κινήματα τύπου «Right To Be Offline» – δηλαδή ο πολίτης να επιλέγει ο ίδιος αν θέλει να χρησιμοποιεί την ψηφιακή τεχνολογία, να συνδέεται στο διαδίκτυο και γενικά να είναι online. Υπάρχουν επίσης αυτοί που διαφωνούν κάθετα για πολιτικούς, φιλοσοφικούς ή θρησκευτικούς λόγους με την υποχρεωτική αλληλεξάρτηση ανθρώπου-μηχανής, θεωρώντας πως προλειαίνει το έδαφος για μια παγκόσμια δυστοπία «social credit system» και μετανθρωπισμού (transhumanism). Με βάση τα Διατάγματα, ουσιαστικά απαιτείται από τον Κύπριο πολίτη να διαθέτει smartphone και αν δεν έχει, τότε πρόσβαση στο Διαδίκτυο και εκτυπωτή για το έντυπο EUDCC. Ερωτηθείς ο Χρ. Κληρίδης αν υπάρχουν τέτοιες υποχρεώσεις, ακόμη και κατοχής τηλεφωνικής γραμμής, απάντησε:
«Νομίζω δεν υπάρχει καμία τέτοια υποχρέωση και κατά τη γνώμη μου και εδώ υπάρχει μια υπέρβαση του νομοθετικού πλαισίου. Έχει γίνει μια εξαίρεση για τους άνω των 65 ετών γιατί θεωρείται ότι σε αυτήν την ηλικία μπορεί να δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση στην τεχνολογία, αλλά τι σημαίνει 65, και γιατί όχι 60 ή 55; Είναι μια αυθαίρετη διάκριση, η οποία είναι πρωτοφανής. Το ανησυχητικό είναι ότι δημιουργούνται κάποια προηγούμενα, τώρα με την αφορμή του Covid δημιουργήθηκαν προηγούμενα αστυνομικού κράτους. Δηλαδή, η ανησυχία μου, προσωπικά, είναι ότι αυτά τα προηγούμενα αύριο μπορεί να χρησιμοποιηθούν και σε άλλους τομείς, που να μην έχουν να κάνουν με την υγεία. Μπορεί να γίνει, π.χ., επίκληση της δημόσιας τάξης, ή ότι είναι μέτρα για αντιμετώπιση της τρομοκρατίας ή του εγκλήματος. Δεν ξέρω πού θα σταματήσει κανείς. Η κατολίσθηση πολλές φορές επέρχεται χωρίς να το αντιληφθούν, τόσο οι κυβερνώντες, πολλές φορές και οι πολίτες».
Θεωρεί πως είναι γι’ αυτόν τον λόγο που αυτά τα θέματα θα πρέπει να συζητούνται στη Βουλή και να προσκαλούνται εκεί όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, όπως οργανισμοί προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο ΠΔΣ, και γενικότερα η κοινωνία των πολιτών. Στηλίτευσε επίσης τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους κινούνται τα Δικαστήρια, διότι έτσι δεν μπορεί να ασκηθεί εγκαίρως δικαστικός έλεγχος, για να είναι και ουσιαστικός, με αποτέλεσμα αυτές οι πράξεις να παραμένουν ανεξέλεγκτες.
Σε τέτοιες συνθήκες, ο πολίτης παραμένει ουσιαστικά με την επιλογή της μη-συμμόρφωσης ή της σκοπίμου ανυπακοής με στόχο, αν και εφόσον οδηγηθεί στο Δικαστήριο για παράβαση, να εγείρει θέμα νομιμότητας της συγκεκριμένης υποχρέωσης. Για να μη φτάσουμε σε τέτοια σημεία, ο Πρόεδρος του ΠΔΣ υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά τη θέση του για τη δικαστική μεταρρύθμιση:
«Το σύστημα της Κύπρου και της Δικαιοσύνης δεν βοηθά στη διασφάλιση, άμεσα και αποτελεσματικά, του δικαιώματος αυτού. Συνεπώς υστερούμε σε αυτόν το τομέα πολύ. Σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, όταν θίγονται ατομικά δικαιώματα, υπάρχει δικαίωμα του πολίτη για απευθείας προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, χωρίς να είναι ανάγκη να αναμένει διά της πλαγίας οδού να αποφασιστεί η υπόθεσή του πρώτα στο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο ή να γίνει προσφυγή στο διοικητικό και κατ’ έφεση να καταλήξει στο Ανώτατο Συνταγματικό ή Ανώτατο Δικαστήριο. Όταν θίγονται ατομικά δικαιώματα, υπάρχει το δικαίωμα της άμεσης και απευθείας προσφυγής. Είναι κάτι το οποίο εισηγήθηκα, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, αλλά επί του παρόντος δεν προωθείται. Ίσως να είναι το δεύτερο στάδιο και να έχει αποτελεσματική θεραπεία ο πολίτης και άμεση. Όμως, εάν περάσει η μεταρρύθμιση βελτιώνεται το σύστημα γιατί τα δικαστήρια όλα θα δικαιούνται -εφόσον το ζητήσει κάποιος διάδικος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας- να παραπέμψουν άμεσα, χωρίς να περιμένουν την εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία μπορεί να πάρει χρόνο, επίλυση του θέματος στο νέο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο προτείνεται με τη μεταρρύθμιση. Άρα θα υπάρξει μια βελτίωση, νοουμένου ότι θα περάσει η μεταρρύθμιση».
* Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου


